κεραυνός


κεραυνός
[неравное] ουσ. а. молния, молния с громом,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "κεραυνός" в других словарях:

  • Κεραυνός — thunderbolt masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κεραυνός — thunderbolt masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κεραυνός — Ακαριαία, ισχυρή ηλεκτρική εκκένωση μεταξύ νέφους και εδάφους, εξαιτίας της παρουσίας ισχυρού ηλεκτρικού πεδίου στον συγκεκριμένο χώρο της ατμόσφαιρας. Αν η εκκένωση συμβεί μεταξύ δύο νεφών ή στο εσωτερικό ενός νέφους, η εκκένωση αυτή καλείται… …   Dictionary of Greek

  • κεραυνός — ο αστροπελέκι: Έπεσε κεραυνός …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Πτολεμαίος ο Κεραυνός — (320 – 280 π.Χ.). Βασιλιάς της Μακεδονίας (282 – 280 π.Χ.), πρωτότοκος γιος του Πτολεμαίου A’ του Λάγου και της Ευρυδίκης, κόρης του Αντιπάτρου. Μετά την ανακήρυξη του Π. B’ του Φιλαδέλφου ως διαδόχου του θρόνου, ο Π. ο Κ. κατέφυγε δυσαρεστημένος …   Dictionary of Greek

  • Κεραυνῶν — Κεραυνός thunderbolt fem gen pl Κεραυνός thunderbolt masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Κεραυνόν — Κεραυνός thunderbolt masc acc sg Κεραυνός thunderbolt neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Κεραυνοῖς — Κεραυνός thunderbolt masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κεραυνοῖς — κεραυνός thunderbolt masc dat pl κεραυνόω strike with thunderbolts pres opt act 2nd sg κεραυνόω strike with thunderbolts pres subj act 2nd sg κεραυνόω strike with thunderbolts pres ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Κεραυνοῖσι — Κεραυνός thunderbolt masc/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)